Στους αρχαίους πολιτισμούς, η θρησκεία και η ιατρική συνδέονταν άρρηκτα. Τα αρχαιότερα γνωστά ιδρύματα που παρείχαν περίθαλψη ήταν οι Αιγυπτιακοί ναοί, ενώ αργότερα στα Ελληνικά και Ρωμαϊκά ιερά, αφιερωμένα στον θεραπευτή θεό Ασκληπιό, ασθενείς γίνονταν επίσης δεκτοί. Στα χρόνια της βυζαντινής αυτοκρατορίας, φαίνεται να σημειώνεται μια σημαντική εξέλιξη. Υπάρχουν αρκετές ιστορικές ενδείξεις που μαρτυρούν την ύπαρξη νοσοκομείων, τα οποία πιθανότατα ιδρύθηκαν για την απομόνωση και φροντίδα όσων έπασχαν από λέπρα.

Ο ισλαμικός πολιτισμός ακολούθησε αμέσως τον βυζαντινό και ανέπτυξε την αραβική ιατρική, μελετώντας και εξελίσσοντας κυρίως αρχαιοελληνικές ιατρικές παραδόσεις. Οι ιστορικοί αναφέρουν πως στην κορύφωση της δυναστείας των Αββασίδων χαλίφηδων, περισσότερα από 60 νοσοκομεία εξυπηρετούσαν μόνο την πόλη της Βαγδάτης. Όμως νοσοκομεία κατασκευάστηκαν κατά τη διάρκεια του μεσαίωνα σε όλες τις μεγάλες πόλεις του Ιράκ, της Περσίας, της Συρίας και της Αιγύπτου. Η φροντίδα και η θεραπεία στο ισλαμικό Bīmaristan (=οίκος των ασθενών) παρέχονταν δωρεάν και υπήρχαν ξεχωριστές πτέρυγες για ασθενείς με διαφορετικά νοσήματα. Από τον 9ο αιώνα άρχισαν να απασχολούνται στα νοσοκομεία γυναίκες νοσοκόμες και φυσιοθεραπευτές, που παράλληλα με τους τακτικούς γιατρούς περιποιούνταν τους ασθενείς. Τα περισσότερα ήταν ικανοποιητικά εξοπλισμένα με ιατρεία, χειρουργεία, αίθουσες αναμονής, χώρο προσευχής και ειδικά λουτρά, θέτοντας έτσι τις βάσεις της ανάπτυξης του σύγχρονου νοσοκομείου.
Οι Άραβες γιατροί μελέτησαν τη φαρμακευτική και την ιατρική συνδυαστικά με τη φυτολογία. Η μέντα χρησιμοποιήθηκε ως φάρμακο κατά του κρυολογήματος. Η λεβάντα θεωρήθηκε πολύτιμο σπασμολυτικό και αντιβηχικό. Η παπαρούνα συνταγογραφήθηκε για τους πόνους και τον πυρετό. Το κάρδαμο ήταν γνωστό τονωτικό και δυναμωτικό. Οι ξηροί οφθαλμοί του γαριφαλόδεντρου χρησιμοποιήθηκαν από χειρουργούς και μαιευτήρες λόγω των αντισηπτικών και απολυμαντικών ιδιοτήτων τους. Οι αναλγητικές και θεραπευτικές ιδιότητες των φυτών, κυρίως των βοτάνων, αναλύθηκαν σε αναρίθμητα εγχειρίδια ιατρικής του ισλαμικού κόσμου.
Το πιο διαδεδομένο και σημαντικό από αυτά υπήρξε ο Κανόνας της Ιατρικής του Ibn Sina, που παρέμεινε για αιώνες η εγκυκλοπαίδεια των ιατρικών σχολών του μεσαίωνα σε Δύση και Ανατολή. Σε αυτό ο Ibn Sina εξηγεί γύρω στα 1025 την πειραματική μέθοδο στην ιατρική, καθώς και την ψυχιατρική και την ψυχοθεραπεία. Περιγράφει την εξάπλωση των μεταδοτικών ασθενειών και αναφέρεται στη χρησιμότητα της καραντίνας. Η μεγαλύτερη αξία του έργου όμως είναι ότι προσέγγισε νεωτεριστικά έναν χώρο προβληματικό μέχρι τότε, γεμάτο με ψευδείς θεωρίες και άγνοια.

Από την άλλη πλευρά, ο παθολόγος του 10ου αιώνα Abu ‘l-Qasim al-Zahrawi, προερχόμενος από τη μουσουλμανική Ισπανία, για να προωθήσει τη χειρουργική γνώση, έγραψε ένα βιβλίο που περιγράφει χειρουργικές επεμβάσεις, και έδωσε λεπτομερείς απεικονίσεις των απαραίτητων χειρουργικών εργαλείων – πολλές από τις οποίες σχεδιάστηκαν από τον ίδιο τον συγγραφέα – μαζί με τις παρατηρήσεις και τα σχόλιά του, βασισμένα στην προσωπική του εμπειρία. Ο al-Zahrawi πρωτοστάτησε στη χρήση των ζωικών χορδών για την κατασκευή εσωτερικών ραμμάτων σε ασθενείς – οι χειρουργοί εξακολουθούν να χρησιμοποιούν παρόμοιο υλικό – και έβαλε τους ασθενείς του να καταπίνουν φάρμακα σε δέματα φτιαγμένα από ζωική μεμβράνη, πρόδρομοι των σημερινών καψουλών. Έτσι, μια πρακτική που κατά πολύ εώς τότε ασκείτο από κουρείς και σιδεράδες, ενσωματώθηκε στην ιατρική χάρη στην επιστημονική τεκμηρίωση της χειρουργικής επέμβασης από τον al-Zahrawi.
Ανάμεσα στους επιστήμονες του αραβικού κόσμου, ο Ibn al-Haytham κατάφερε τον 11ο αιώνα να αποκρυπτογραφήσει το μυστήριο της ανθρώπινης όρασης και να αποδείξει πειραματικά πώς αυτή λειτουργεί. Ωστόσο, για να λυθούν τα μυστήρια του ανθρώπινου σώματος και των νοσημάτων του, χρειάστηκε κάτι περισσότερο – η ανατομία. Η πρακτική αυτή με την οποία οι γιατροί ανοίγουν ένα άψυχο σώμα και προσεγγίζουν την πηγή του νοσήματος, προβλημάτισε τους επιστήμονες της αρχαιότητας. Αρκετοί – ιδιαίτερα θρησκευτικοί λόγιοι – φαίνεται να ήταν αντίθετοι στην ανατομία, δεδομένου ότι συνεπαγόταν την τομή του πιο ευγενικού δημιουργήματος του Θεού. Παρά τις αντικρουόμενες θέσεις, η ανατομία έφερε φως σε πολλά ζητήματα και πτυχές του ανθρώπινου σώματος.
Τελικά, οι γιατροί του αραβικού κόσμου κατάφεραν όχι απλά να μεταδώσουν την αρχαία ελληνική επιστήμη στους μελετητές της Αναγέννησης που τους διαδέχθηκαν, αλλά και να εξελίξουν με τις γνώσεις και τις πρακτικές που καθιέρωσαν στην επιστήμη της υγείας. Παράλληλα, ο αραβικός κόσμος προσέφερε χώρους και υπηρεσίες περίθαλψης, που συνέβαλαν στην ανάπτυξη των σύγχρονων υγειονομικών δομών.