Σήμερα οι ηλεκτρονικές οθόνες και οι ψηφιακές σελίδες έχουν κατακλύσει την καθημερινότητα και ακόμα και στην εκπαίδευση ή την εργασία η πληροφορία μεταδίδεται συχνά ψηφιακά, με το πάτημα μερικών πλήκτρων ή μέσω φωνητικών εντολών. Το χαρτί και το βιβλίο φαίνονται αρκετά συνηθισμένα στις μέρες μας έως παρωχημένα, ωστόσο η χρήση τους είναι θεμελιώδους σημασίας για τον σύγχρονο πολιτισμό. Και δεν ήταν πάντοτε δεδομένη και εύκολα προσβάσιμη.
Πριν την εφεύρεση του χαρτιού, οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν διάφορα υλικά για γραφή, όπως τον πάπυρο και την περγαμηνή. Στις όχθες του Νείλου στην Αίγυπτο φυτρώνει ο πάπυρος, ένα φυτό που μοιάζει με το καλάμι. Οι Αιγύπτιοι έκοβαν κομμάτια από τον φλοιό του κορμού του παπύρου και μετὰ από κάποια επεξεργασία τα ένωναν μεταξύ τους και σχημάτιζαν μακριές ταινίες. Επειδή ο πάπυρος σκιζόταν εύκολα, την εποχή των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, επινοήθηκε η χρήση δέρματος από κατσίκι ή πρόβατο, της περγαμηνής. Το δέρμα καθαριζόταν από το μαλλί και το λίπος και ύστερα από κάποια επεξεργασία με κιμωλία ήταν έτοιμο για γραφή. Αυτό το δέρμα ονομάστηκε περγαμηνή από την πόλη Πέργαμο της Μικράς Ασίας, απ ̓ όπου κυρίως διοχετευόταν στο εμπόριο. Η περγαμηνή μπορεί να ήταν πιο ανθεκτική από τον πάπυρο, ήταν όμως και πιο ακριβή.

Οι Άραβες, που είχαν κατακτήσει όλα τα ανατολικά παράλια της Μεσογείου, μετέδωσαν στο Βυζάντιο και στην υπόλοιπη Δύση μια πολύτιμη κινέζικη εφεύρεση, την κατασκευή του χαρτιού.
Η εφεύρεση του χαρτιού αποδίδεται παραδοσιακά στον δικαστικό αξιωματούχο Cai Lun το 105 μ.Χ. Ο Κινέζος Cai Lun βελτίωσε σημαντικά τις υπάρχουσες μεθόδους, χρησιμοποιώντας ίνες από διάφορα υλικά, όπως φλοιό δέντρων, ίνες μπαμπού, κουρέλια και δίχτυα ψαρέματος. Η διαδικασία περιλάμβανε τη σύνθλιψη αυτών των υλικών σε ίνες, τη διαβροχή τους και το σχηματισμό ενός λεπτού, επίπεδου φύλλου, το οποίο στη συνέχεια στέγνωνε. Η τέχνη της χαρτοποιίας παρέμεινε μυστική στην Κίνα για αιώνες. Όμως, μετά τη μάχη του ποταμού Τάλας στην Κεντρική Ασία το 751 μ.Χ., Άραβες αιχμάλωτοι έμαθαν την τεχνική από τους Κινέζους και τη διέδωσαν έπειτα στον ισλαμικό κόσμο. Οι Μουσουλμάνοι χρησιμοποίησαν το λινό ως υποκατάστατο του φλοιού της μουριάς που χρησιμοποιούσαν οι Κινέζοι. Τα λινά υφάσματα αποσυντίθεντο καθώς μούλιαζαν στο νερό και ετοιμάζονταν για τη βράση.
Στα μέσα του 15ου αιώνα, η εφεύρεση της τυπογραφίας με κινητά στοιχεία από τον Ιωάννη Γουτεμβέργιο αύξησε κατακόρυφα την ζήτηση του χαρτιού και επιτάχυνε την εξάπλωσή του. Καθώς η παραγωγή αυξανόταν, το χαρτί έγινε φθηνότερο, αρκετά πιο διαθέσιμο, ενώ βελτιώθηκε και η ποιότητά του. Από τότε και στο εξής, το χαρτί έγινε το μόνο υλικό για την κατασκευή βιβλίων.
Αρχικά, η ανάγνωση ενός παπύρου γινόταν ξετυλίγοντας έναν κύλινδρο, διαδικασία που ήταν αρκετά δύσκολη – έπρεπε με το ένα χέρι να ξετυλίγεται ο πάπυρος και με το άλλο να τυλίγεται. Για τον λόγο αυτόν, τον 2ο αιώνα μ.Χ. επινοήθηκε ένας διαφορετικός τρόπος κατασκευής του βιβλίου. Οι γραφείς έπαιρναν μερικά κομμάτια από πάπυρο ή περγαμηνή και αργότερα από χαρτί, τα δίπλωναν στη μέση και τα έραβαν, δημιουργώντας τεύχη. Πολλά τεύχη ραμμένα μαζί στη ράχη αποτελούσαν τον κώδικα, δηλαδή ένα χειρόγραφο βιβλίο.
Τα κείμενα των αρχαίων περνούσαν από γενιά σε γενιά με την αντιγραφή. Ειδικά εκπαιδευμένοι γραφείς, οι βιβλιογράφοι ή κωδικογράφοι, εργάζονταν σε βιβλιογραφικά εργαστήρια για πολλές ημέρες ώσπου να τελειώσουν ένα βιβλίο. Τα σύνεργά τους αποτελούνταν από γραφίδες, μελανοδοχεία, σφουγγάρι για να σβήνουν, κοπίδι για να ξύνουν τη μύτη της γραφίδας, ψαλίδι για να κόβουν την περγαμηνή, διαβήτη για να μετρούν τις αποστάσεις. Οι γραφείς δεν επιδίδονταν απλά στην αντιγραφή, αλλά συχνά στόλιζαν τα χειρόγραφα με φυτικούς διάκοσμους. Κατά τον μεσαίωνα πολλά μοναστήρια διέθεταν βιβλιογραφικά εργαστήρια, όπου δεν αντιγράφονταν μόνο θρησκευτικά κείμενα, αλλά και κοσμικά.

Ο κόπος που κατέβαλλε ο κωδικογράφος, αλλά και τα υλικά που χρησιμοποιούσε, έκαναν το βιβλίο ακριβό και σπάνιο. Οι άνθρωποι των γραμμάτων είχαν τη δική τους βιβλιοθήκη και συχνά δάνειζαν ή αντάλλασσαν με άλλους τα βιβλία τους. Τα μοναστήρια διέθεταν επίσης βιβλιοθήκες, στις οποίες έχουν διασωθεί πολλές χιλιάδες παπύρων, κωδίκων και βιβλίων, που προσφέρουν ακόμα πολύτιμες γνώσεις και σπουδαία κείμενα της ανθρώπινης νόησης.
Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα χιλιόμετρα που διανύθηκαν και την εργασία που καταβλήθηκε από χιλιάδες ανθρώπους έως ότου οι ιδέες ταξιδέψουν στον κόσμο και η γνώση καταστεί κοινό αγαθό, τα βιβλία έχουν μεγάλη αξία και έχουν συμβάλει καθοριστικά στον σύγχρονο πολιτισμό. Και πολλοί υποστηρίζουν ότι παρά την άνοδο της τεχνολογίας, τα βιβλία δε θα αντικατασταθούν ποτέ πλήρως στην προτίμηση των αναγνωστών.