Το λουτρό στην αρχαιότητα
Δε γνωρίζουμε ακριβώς πότε άρχισε ο άνθρωπος να χρησιμοποιεί κλειστούς χώρους για την καθαριότητά του, αλλά ήδη αναφέρεται σαν πρακτική στην Ινδία, στην αρχαία Αίγυπτο και αργότερα στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Οι ήρωες του Ομήρου ανακουφίζονταν με θερμό λουτρό μετά από πολύωρες και εξοντωτικές μάχες, ενώ ο Ιπποκράτης στο ιατρικό του έργο Περί αέρων, τόπων, υδάτων αφιερώνει ένα κεφάλαιο στη διαδικασία της υδροθεραπείας.
Οι Ασσύριοι και οι Χετταίοι άφησαν κτιριακά σημάδια λουτρών, ενώ τα πρώτα λουτρά με ζεστό και τρεχούμενο νερό εμφανίστηκαν στην Αθήνα περίπου τον 5ο αιώνα π.Χ. Τα «γυμνάσια», οι χώροι άσκησης των νέων, ήταν εφοδιασμένα με λουτρά, όπου οι αθλητές πλένονταν μετά την άσκησή τους.
Ρωμαϊκά λουτρά – θέρμες
Η συνήθεια ξεχωριστών κατασκευών για χρήση λουτρού καθιερώθηκε από τους Ρωμαίους. Οι εγκαταστάσεις των δημοσίων λουτρών ήταν από τα πλέον εξελιγμένα τεχνολογικά και κτιριακά συγκροτήματα σε όλες τις περιοχές της αυτοκρατορίας, σηματοδοτώντας τη βασική έννοια της πολιτισμικής της ταυτότητας. Χώροι καθαρισμού και χαλά-ρωσης, συνάντησης και ψυχαγωγίας, οι ρωμαϊκές «θέρμες» απαντώνται σε κάθε πόλη της κραταιάς αυτοκρατορίας.
Οι εγκαταστάσεις των θερμών αποτελούνταν κυρίως από το αποδυτήριο (spogliatorio), την πισίνα με το ζεστό νερό (caldarium), την πισίνα με το χλιαρό νερό (tepidarium), την πισίνα με το κρύο νερό (frigidarium) και ενίοτε και την palestra, έναν ανοιχτό χώρο άθλησης. Είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα της αρχιτεκτονικής και της δομής των ρωμαϊκών λουτρών οι θέρμες του Καρακάλλα στη Ρώμη, που κάλυπταν 118.000 τ.μ. Η διακόσμηση των αιθουσών ήταν ποικίλη και πλούσια. Πολυτελή μάρμαρα, μωσαϊκά, κίονες, γλυπτά, τοιχογραφίες στόλιζαν με καλαισθησία τις ρωμαϊκές θέρμες.
Πιστεύεται πως ο Σέργιος Οράτιος, ένας Ρωμαίος αρχιτέκτονας, ήταν ο πρώτος ο οποίος χρησιμοποίησε ένα σύστημα θέρμανσης αέρα στη λειτουργία λουτρού τον 1ο π.Χ. αιώνα. Το 33 π.Χ. στη Ρώμη λειτουργούσαν 170 λουτρά. Η εξάπλωση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μετέφερε τη συνήθεια των λουτρών σε ολόκληρη την επικράτειά της και αντίστοιχα δημόσια ή ιδιωτικά κτίρια κατασκευάστηκαν αργότερα και στη Βρετανία, τη Βόρεια Αφρική, τη Μικρά Ασία και τη Μέση Ανατολή.
Βυζαντινά λουτρά
H συνήθεια του λουτρού συνεχίστηκε από τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία στο Βυζάντιο με την κατασκευή λουτρών μεγάλης κοινωνικής και αρχιτεκτονικής σημασίας. Τα λουτρά κατά τα βυζαντινά χρόνια ήταν ιδιωτικά, δημόσια, κτισμένα σε κεντρικά σημεία των πόλεων, και μονα-στηριακά, κτισμένα μέσα στον περίβολο των μοναστηριών ή κοντά σ’ αυτά. Τα βυζαντινά λουτρά, εκτός από χώροι καθαριότητας και περιποίησης, ήταν και χώροι κοινωνικής ζωής, κυρίως για τις γυναίκες, οι οποίες στα λουτρά είχαν τη δυνατότητα να συναναστραφούν και να συζητήσουν.
Όπως στη Ρώμη, έτσι και στο Βυζάντιο, τα δημόσια λουτρά ήταν συνήθως κτίσματα καλοφτιαγμένα και επιβλητικά. Ήταν δομημένα σε τρεις χώρους, το «ψυχρολούσιο» με το κρύο νερό, όπου γινόταν η προετοιμασία, το «χλιαροψύχριο» με το χλιαρό νερό, όπου γινόταν ο καθαρισμός, και ο «εσώτερος/ενδότερος θόλος» με το ζεστό νερό, οπού γινόταν η εφίδρωση και ο βαθύς καθαρισμός. Τα μεγάλα λουτρά της Βυζαντινής περιόδου ήταν εφοδιασμένα με δεξαμενές θερμού και ψυχρού ύδατος, την κολυμβήθρα ή κόλυμβο. Στις θερμές δεξαμενές το νερό ζεσταινόταν μέσω υποκαύστων ή θερμαντικού κλίβανου, ενώ για τις ψυχρές χρησιμοποιούνταν σωλήνες τρεχούμενου νερού. Τα σπουδαιότερα λουτρά της Κωνσταντινούπολης ήταν αυτά του Ζεύξιππου.
Το λουτρό στη μεσαιωνική Δύση
Η πτώση του Βυζαντίου άλλαξε τις λουτρικές συνήθειες στη Δύση με τις μπανιέρες να αντικαθιστούν τα μεγάλα λουτρά. Ας σημειωθεί ότι η καθολική εκκλησία σε ορισμένες περιπτώσεις απαγόρευσε την πλύση του σώματος, περιορίζοντάς τη σε μηνιαία συχνότητα. Τον 11ο αιώνα το μπάνιο θεωρήθηκε ως «χώρος του διαβόλου» και αιτία μεταφοράς ασθενειών.
Στην Ισπανία το 1536 καταστράφηκαν κατόπιν εντολών όλα τα δημόσια λουτρά, ενώ ο Λουδοβίκος 14oς λουζόταν μόνο κάθε άνοιξη. Την ίδια εποχή Ευρωπαίοι συγγραφείς απέδιδαν την ευαισθησία επιδερμίδας των γυναικών της Ανατολής στο «συχνό και καταστροφικό λούσιμο».
Το λουτρό στη μεσαιωνική Ανατολή
Οι Άραβες, επιταγμένοι από τη θρησκεία τους στην καθαριότητα του σώματος, γρήγορα υιοθέτησαν τη ρωμαϊκή και βυζαντινή συνήθεια των λουτρών. Τον 8ο αιώνα χτίζεται από τη δυναστεία των Ουμαγιδών στη Συρία το πρώτο λουτρό. Σε αρχιτεκτονική μορφή μιμείται πιστά τη βυζαντινή.
Στη Δαμασκό τον 14ο αιώνα λειτουργούσαν 60 λουτρά και στη Βαγδάτη 40. Στο Χαλέπι κατεγράφησαν 68 δημόσια λουτρά από τον 13ο αιώνα, ενώ ο περιηγητής και συγγραφέας του 17ου αιώνα Evliya Celebi σημείωσε τα 55 λουτρά του Καΐρου.
Το ανατολίτικο χαμάμ
Αμέσως μετά την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης, ο Σουλτάνος Μωάμεθ έκτισε 19 λουτρά, πολλά από αυτά επάνω σε προγενέστερες βυζαντινές κατασκευές. Τον 17ο αιώνα, στην Κωνσταντινούπολη λειτουργούσαν 168 χαμάμ, με το μεγαλύτερο να μπορεί να εξυπηρετεί 5.000 λουόμενους. Μια νεότερη λίστα του 1886 καταμετρά 237 χαμάμ.
Κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής περιόδου, τα χαμάμ πολλές φορές αποτελούσαν μέρος μεγάλων συγκρο-τημάτων «kylliye», που περιέκλειαν έναν χώρο προσευχής, ένα ιατρείο, ένα Ιμαρέτ (κουζίνα για σούπα), μία βιβλιοθήκη, σχολείο και χώρο στέγασης μαθητών, δασκάλων ή περιηγητών. Τα έσοδα από τα λουτρά των kylliye, που είχαν πάντα κοινωφελείς σκοπούς και ανήκαν στον Σουλτάνο, στην οικογένεια του ή σε επιφανείς αξιωματούχους της αυτοκρατορίας, χρησιμοποιούντο για να καλύπτουν τα έξοδα των Ιμαρέτ.
Τα οθωμανικά χαμάμ αποτελούνταν από τρία μέρη: μια τρουλωτή αίθουσα, τα αποδυτήρια, που θερμαίνονταν χλιαρά, μια δεύτερη αίθουσα, η οποία θερμαινόταν μέτρια και διέθετε περιμετρικά πεζούλια για να ξεκουράζονται οι λουόμενοι, και μια τρίτη πολύ ζεστή αίθουσα, που διέθετε γούρνες για να πλένονται οι λουόμενοι. Το λούσιμο στα χαμάμ δε γινόταν σε πισίνα, αλλά σε ατομικούς λουτήρες, με χρήση άφθονου νερού. Σε έναν μεγάλο χώρο αποδυτηρίου, οι λουόμενοι μπορούσαν να αναπαυθούν και να χαλαρώσουν απολαμβάνοντας την παρέα των φίλων τους.
Το πέρασμα του χρόνου δε μείωσε τις λουτρικές συνήθειες της Ανατολής, αντίθετα τα λουτρά συνέχισαν να παίζουν σημαντικό ρόλο στην κοινωνική ζωή τόσο των ανδρών όσο και των γυναικών. Στις αρχές περίπου του 18ου αιώνα, η Ευρώπη ανακάλυπτε ξανά το λουτρό της Ανατολής. Προσπερνώντας τα ρωμαϊκά και τα βυζαντινά λουτρά, οι ταξιδευτές και οι διπλωμάτες που έρχονταν σε επαφή με την Ανατολή τα ονόμασαν «Τούρκικα λουτρά» και χαμάμ.
Ο καλλωπισμός των γυναικών της Ανατολής
Οι γυναίκες της Ανατολής ήταν ξακουστές για τη λαμπερή τους επιδερμίδα και το μεταξένιο δέρμα τους. Το πλύσιμο, αλλά και ο εξαγνισμός με νερό, δεν ήταν μόνο θρησκευτική υποχρέωση, αλλά πάθος για την εμφάνιση και πολυτελέστατη αναψυχή. Το τελετουργικό του χαμάμ περιλάμβανε όλα τα μέσα της εποχής για τον καλλωπισμό, τον αρωματισμό και την αισθησιακή διάθεση. Άρχιζε το πρωί και τελείωνε το βράδυ, μετά από σύνθετες διαδικασίες πολλών ωρών.
Η Τζούλια Πάρντο στο Beauties of the Bosphorus, περιγράφοντας σκηνές από χαμάμ του 1830, σχημάτισε «μια φαντασμαγορική, ονειρική εικόνα, κάνοντας με να αμφιβάλλω αν αυτό που έβλεπα ήταν η πραγματικότητα ή δημιούργημα ενός σαστισμένου μυαλού». Οι γυναίκες έτριβαν το δέρμα τους με λούφα, έλουζαν τα μαλλιά τους με κρόκους αυγών, χρησιμοποιούσαν το ασπράδι για να εξαλείψουν τις ρυτίδες γύρω από τα μάτια τους. «Δεν είναι εύκολο να καθορίσει κανείς την ομορφιά των γυναικών της Ανατολής.» διακηρύσσει ο Εντμόντο ντε Αμίτσις το 1896 σε ταξιδιωτικό βιβλίο του.
Αλοιφές από αμύγδαλο, γιασεμί, μπαχαρικά και τριαντάφυλλα χρησιμοποιούνταν στους χώρους του χαμάμ για να αυξήσουν οι γυναίκες τη γοητεία τους. Σανταλόξυλο, μοσχολίβανο και μύρο αρωμάτιζαν το σώμα τους, ενώ ταυτόχρονα απέτρεπαν το «βάσκανο μάτι» (Samuel Baker). Κάθε γυναίκα κουβαλούσε τεράστιες ποικιλίες από αρώματα, αιθέρια έλαια και κρέμες. Τα δοκίμαζαν και αντάλλασσαν μυστικά ομορφιάς. Έφτιαχναν αποτριχωτικές αλοιφές από ορυκτά και χρησιμοποιούσαν «μητέρες μαργαριταριών» για να τις αφαιρέσουν.
Για τις γυναίκες το χαμάμ σήμαινε και μια ατελείωτη λίστα από αντικείμενα που έπρεπε να έχουν μαζί τους. Άλλωστε για τις μεγάλες κυρίες τα έξοδα του χαμάμ αποτελούσαν μαζί με τα κοσμήματα τη σοβαρότερη επένδυση στον οικογενειακό προϋπολογισμό του χαρεμιού. Χρυσά και ασημένια τάσια για να ρίχνουν το νερό στο σώμα τους, μεταξωτές πετσέτες κεντημένες με ημιπολύτιμους λίθους για να καλύπτονται, μαργαριτάρια για να πλέκουν τα μαλλιά τους, φιλντισένια χτένια για να τα χτενίζουν. Άσπρα αγνά σαπούνια σε περίτεχνες θήκες, γιαούρτια προετοιμασμένα με φρέσκα φρούτα για να ξεδιψάσουν, ναργιλέδες για να καπνίσουν μετά το λουτρό.
Δε χρησιμοποιούσαν μπανιέρες, επειδή επικρατούσε η δεισιδαιμονία ότι το ακίνητο νερό περιέχει «ιφρίτ» (διαβολικά πλάσματα). Περπατούσαν επάνω σε ξυλοπάπουτσα, πραγματικά αντικείμενα τέχνης, διακοσμημένα με σεντέφια και πολύτιμους λίθους, που προφύλασσαν τα πόδια τους από το καυτό μάρμαρο του λουτρού και μείωναν τον κίνδυνο γλιστρήματος, προστατεύοντας τες από τα ζηλόφθονα τζίνια που κρύβονταν στις μυστικές σκοτεινές γωνιές του χαμάμ.
Αρχεία του Τοπ Καπί αναφέρουν πως για κάθε γυναικείο λουτρό καταναλωνόταν νερό που καθάριζε ακόμα και 100 άνδρες. Βενετσιάνικα, γαλλικά, και αιγυπτιακά εμπορικά καράβια, που ταξίδευαν με την προστασία Αλγερινών κουρσάρων, μετέφεραν πρώτα στην Κωνσταντινούπολη, ακόμη από την εποχή των Βυζαντινών αυτοκρατόρων, και πολύ μετά στη Δύση, τα πολύτιμα φορτία. Μόσχος, άμπαρη και μοσχολίβανο, μυρωδικά και αιθέρια έλαια, αναμεμειγμένα με τέχνη, μυστικισμό και μαεστρία έκαναν τις γυναίκες της Ανατολής μύθο και φαντασίωση στην πουριτανή και θρησκόληπτη Ευρώπη.



