Ο αλ-Τζάχιζ και το «Βιβλίο των ζώων»

7 Μαΐου 2017

Ο αλ-Τζάχιζ έζησε σε μία από τις πιο συναρπαστικές περιόδους της πνευματικής ιστορίας —την περίοδο της μεταφοράς της ελληνικής επιστήμης στους Άραβες και της ανάπτυξης της αραβικής πεζογραφίας— και συμμετείχε ενεργά και στις δύο.

Λίγα είναι γνωστά για τα πρώτα χρόνια του αλ-Τζάχιζ, αλλά η οικογένειά του ήταν πολύ φτωχή. Γεννήθηκε στις αρχές Φεβρουαρίου του 776, περίπου 14 χρόνια μετά την ίδρυση της Βαγδάτης από τον Αββασίδη χαλίφη αλ-Μανσούρ, και μεγάλωσε στη Βασόρα (Ιράκ), σημαντικό πνευματικό κέντρο της εποχής, που συνέβαλε ουσιαστικά στην πνευματική του διαμόρφωση. Εκεί πήγε για πρώτη φορά στο σχολείο, όπου μαθήτευσε κοντά σε μερικούς από τους πιο διαπρεπείς λόγιους του Ισλάμ. Η οικογένειά του ήταν φτωχή και, στα 20 του, φαίνεται ότι πουλούσε ψάρια σε ένα από τα κανάλια της Βασόρας. Παρ’ όλα αυτά, ο αλ-Τζάχιζ έμαθε από μικρός να διαβάζει και να γράφει, κάτι που δείχνει τις δυνατότητες για αυτό που οι σημερινοί κοινωνιολόγοι θα ονόμαζαν «κοινωνική ανέλιξη» στο Ιράκ του 8ου αιώνα. Όσο βρισκόταν ακόμη στη Βασόρα, ο αλ-Τζάχιζ έγραψε ένα κείμενο για τον θεσμό του χαλιφάτου. Λέγεται ότι αυτή ήταν η αρχή της πορείας του ως συγγραφέα, που θα γινόταν η μοναδική πηγή βιοπορισμού του.

Το 816 μ.Χ. μετακόμισε στη Βαγδάτη, ελκυσμένος από τις μεγαλύτερες δυνατότητες που πρόσφερε η τότε πρωτεύουσα του αραβικού ισλαμικού χαλιφάτου, καθώς οι Αββασίδες χαλίφες ενθάρρυναν τους επιστήμονες και τους λόγιους και είχαν μόλις ιδρύσει τον Οίκο της Σοφίας. Χάρη στην προστασία των χαλιφών και στην επιθυμία του να φτάσει σε ευρύτερο κοινό και να καθιερωθεί, ο αλ-Τζάχιζ έμεινε στη Βαγδάτη (και αργότερα στη Σαμάρρα), όπου έγραψε μεγάλο μέρος των βιβλίων του. Στη Βαγδάτη ήρθε σε επαφή με μια νέα και σημαντική επίδραση: την ελληνική επιστήμη, ιδίως την αριστοτελική σκέψη.

Ο χαλίφης αλ-Μαμούν ήθελε τον αλ-Τζάχιζ για δάσκαλο των παιδιών του, αλλά άλλαξε γνώμη όταν τα παιδιά φοβήθηκαν τα γουρλωτά του μάτια. Λέγεται ότι από εκεί πήρε και το παρατσούκλι του (αλ-Τζάχιζ σημαίνει «αυτός με τα γουρλωτά μάτια»). Το γεγονός ότι δεν κατέλαβε ποτέ επίσημη θέση του εξασφάλισε μια πνευματική ελευθερία αδύνατη για κάποιον συνδεδεμένο με την αυλή.

Σε διάστημα είκοσι πέντε ετών απέκτησε σημαντικές γνώσεις στην αραβική ποίηση, την αραβική φιλολογία και την προϊσλαμική αραβική και περσική ιστορία. Επιπλέον, ο αλ-Τζάχιζ διάβασε μεταφρασμένα βιβλία ελληνικής επιστήμης και ελληνιστικής φιλοσοφίας, ιδίως του Έλληνα φιλοσόφου Αριστοτέλη. Η μόρφωσή του διευκολύνθηκε πολύ από το γεγονός ότι το Αββασιδικό Χαλιφάτο διένυε μια περίοδο πολιτισμικών και πνευματικών επαναστάσεων. Τα βιβλία ήταν εύκολα διαθέσιμα, και αυτό έκανε τη μάθηση εύκολα προσβάσιμη. Αν και το χαρτί είχε φτάσει στον ισλαμικό κόσμο λίγο πριν από τη γέννηση του αλ-Τζάχιζ, όταν εκείνος ήταν γύρω στα τριάντα είχε σχεδόν αντικαταστήσει την περγαμηνή.

Η διαθεσιμότητα ενός φθηνού υλικού γραφής συνοδεύτηκε από ένα ακόμη κοινωνικό φαινόμενο, προϊόν του οποίου ήταν και ο ίδιος ο αλ-Τζάχιζ: την εμφάνιση ενός αναγνωστικού κοινού. Για πρώτη φορά από την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, οι πόλεις της Μέσης Ανατολής είχαν μεγάλο αριθμό εγγράμματων ανθρώπων, πολλοί από τους οποίους ήταν ταπεινής καταγωγής.

Στη μακρόχρονη ζωή του ο αλ-Τζάχιζ έγραψε διακόσια βιβλία για ποικίλα θέματα, όπως η αραβική γραμματική, η ζωολογία, η ποίηση, η λεξικογραφία και η ρητορική. Από τα γραπτά του σώζονται σήμερα μόνο τριάντα βιβλία, αρκετά όμως για να δείξουν την ακόρεστη περιέργεια του συγγραφέα. Ο αλ-Τζάχιζ έγραψε τα έργα «Ελαφρότητα και σοβαρότητα», «Η τέχνη του να κρατάς το στόμα σου κλειστό», «Οι φιλάργυροι», «Πρώιμα αραβικά φαγητά», «Εγκώμιο των εμπόρων», «Κατά των δημοσίων υπαλλήλων», «Ο τετραγωνισμός του κύκλου», «Οι αρετές των Τούρκων» και, ίσως το σημαντικότερο, το «Βιβλίο των ζώων», για το οποίο έλαβε 5.000 χρυσά δηνάρια από τον αξιωματούχο στον οποίο το αφιέρωσε. Οι τίτλοι, ωστόσο, δίνουν μόνο μια αμυδρή ιδέα του περιεχομένου τους. Ανίκανος να μείνει στο θέμα, ο αλ-Τζάχιζ περιπλανιέται στα δοκίμιά του από ανέκδοτο σε ανέκδοτο και από παρέκβαση σε παρέκβαση, ώσπου και ο ίδιος και ο αναγνώστης χάνουν εντελώς από τα μάτια τους το αρχικό θέμα.

Παρά την τάση του να περιπλανιέται στον λόγο του, ο αλ-Τζάχιζ ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για το ύφος και τη σωστή έκφραση. «Το καλύτερο ύφος», λέει σε ένα δοκίμιο για τους δασκάλους, «είναι το πιο σαφές, το ύφος που δεν χρειάζεται επεξηγήσεις και σημειώσεις, που ανταποκρίνεται στο θέμα που εκφράζει, χωρίς να το υπερβαίνει ούτε να υστερεί».

Αυτό το ενδιαφέρον για το ύφος χαρακτήριζε μια ομάδα λογίων της Βασόρας που, στα τέλη του 8ου και στις αρχές του 9ου αιώνα, προσπάθησαν να διασώσουν τη γλωσσική κληρονομιά των Αράβων καταγράφοντας την ποίηση και τα ρητά των Βεδουίνων της Αραβικής χερσονήσου. Το κίνημα αυτό είχε απρόβλεπτα αποτελέσματα: χάρη στο σχεδόν ανθρωπολογικό ενδιαφέρον τους για τη γλώσσα και τα έθιμα των Βεδουίνων, καθώς και για τις κοινωνικές συνθήκες της Αραβίας τόσο στην προϊσλαμική όσο και στην ισλαμική περίοδο, οι λόγιοι της Βασόρας κατέκτησαν βαθιά γνώση της αραβικής γραμματικής και της προϊσλαμικής ποίησης. Στη συνέχεια έγραψαν εμπεριστατωμένα σχόλια στο Κοράνιο, κριτικές εκδόσεις ποίησης και πραγματείες γραμματικής, και συνέταξαν λεξικά και εξειδικευμένα γλωσσάρια. Δεξιοτέχνης όλων αυτών των κλάδων, ο αλ-Τζάχιζ ήταν από τους πρώτους Άραβες συγγραφείς που μετέτρεψαν όλες τις διαφορετικές ενασχολήσεις του λόγιου περιβάλλοντος της Βασόρας —γραμματική, προφητική παράδοση, ρητορική, λεξικογραφία και ποίηση— σε «λογοτεχνία», δηλαδή σε πεζά κείμενα που διαβάζονται από μη ειδικούς για την απόλαυση και τη γνώση.

Ο αλ-Τζάχιζ δεν ξεχνούσε ποτέ τους αναγνώστες του και ανέπτυξε ένα πολύ προσωπικό και χαρακτηριστικό ύφος, που συνδύαζε ανέκδοτα, σοβαρά θέματα και αστεία, για να κρατά ζωντανό το ενδιαφέρον τους. Περιέγραψε ο ίδιος το ύφος του λέγοντας: «Τα βιβλία μου περιέχουν πάνω απ’ όλα ασυνήθιστα ανέκδοτα, σοφά και ωραία διατυπωμένα ρητά που μας παρέδωσαν οι Σύντροφοι του Προφήτη, ρητά που οδηγούν στην απόκτηση αρετών και στην πράξη καλών έργων … περιέχουν επίσης ιστορίες για τη συμπεριφορά βασιλιάδων και χαλιφών, των υπουργών και των αυλικών τους, και τα πιο ενδιαφέροντα γεγονότα της ζωής τους».

Στη Βαγδάτη, ο αλ-Τζάχιζ όχι μόνο συνένωσε τις ισλαμικές επιστήμες με τον ελληνικό ορθολογισμό, αλλά δημιούργησε και την αραβική πεζογραφία. Έδειξε ότι τα αραβικά ήταν αρκετά ευέλικτα ώστε να πραγματεύονται με άνεση οποιοδήποτε θέμα και, αν και δεν συνδέθηκε προσωπικά με τον Οίκο της Σοφίας, το γλωσσικό του επίτευγμα συναγωνίστηκε —και μάλιστα ξεπέρασε— τις προσπάθειες των λογίων που μετέφραζαν ελληνικά επιστημονικά κείμενα στα αραβικά.

Η Βαγδάτη δεχόταν μια νέα και σημαντική επίδραση: την ελληνική επιστήμη, ιδίως την αριστοτελική σκέψη. Τα έργα του μαρτυρούν την αξιοσημείωτη διάδοση των ελληνικών ιδεών στους απλούς αναγνώστες. Τόσο στη θεματολογία όσο και στο λεξιλόγιό του, προϋποθέτει μια εξοικείωση —έστω επιφανειακή— με τον Αριστοτέλη και την τεχνική ορολογία της σχολαστικής θεολογίας. Αφηγείται πολλά ανέκδοτα για τους λόγιους του Οίκου της Σοφίας, πολλοί από τους οποίους φαίνεται ότι ήταν φίλοι του.

Το βιβλίο που δείχνει καλύτερα τη μέθοδό του είναι το «Βιβλίο των ζώων» (Κιτάμπ αλ-Χαγιαουάν, Kitab al-Hayawan), που, ακόμη και ελλιπές, φτάνει τους επτά ογκώδεις τόμους στην έντυπη έκδοση. Παρά τον τίτλο, το «Βιβλίο των ζώων» δεν είναι καθόλου μια συμβατική ζωολογία ή έστω ένα συμβατικό βεστιάριο. Είναι μια τεράστια συλλογή γνώσεων και παραδόσεων για τα ζώα —μαζί και τα έντομα— που αντλήθηκαν από το Κοράνιο, τις Παραδόσεις, την προϊσλαμική ποίηση, τις παροιμίες, τους αφηγητές ιστοριών, τους ναυτικούς, την προσωπική παρατήρηση και το έργο του Αριστοτέλη «Περί ζώων γενέσεως».

Και αυτό δεν είναι όλο. Σύμφωνα με τις θεωρίες του για τη σκόπιμη αταξία, παρεμβάλλει ανέκδοτα για διάσημους άνδρες, ψήγματα ιστορίας, ανθρωπολογίας και ετυμολογίας, καθώς και αστεία. Η «λογοτεχνική» ποιότητα του «Βιβλίου των ζώων», ωστόσο, δεν πρέπει να επισκιάζει το γεγονός ότι περιέχει επιστημονικές πληροφορίες μεγάλης αξίας. Προλαβαίνοντας ορισμένες έννοιες που θα αναπτύσσονταν πλήρως μόνο την εποχή του Δαρβίνου και των διαδόχων του, ο αλ-Τζάχιζ πλησιάζει τη θεωρία της εξέλιξης, συζητά τον μιμητισμό των ζώων —σημειώνοντας ότι ορισμένα παράσιτα προσαρμόζονται στο χρώμα του ξενιστή τους— και γράφει εκτενώς για τις επιδράσεις του κλίματος και της διατροφής σε ανθρώπους, φυτά και ζώα διαφορετικών γεωγραφικών περιοχών. Ασχολείται ακόμη και με την επικοινωνία των ζώων, την ψυχολογία τους και τον βαθμό νοημοσύνης των εντόμων και των ζωικών ειδών. Δίνει λεπτομερή περιγραφή της κοινωνικής οργάνωσης των μυρμηγκιών και, από δική του παρατήρηση, περιγράφει πώς αποθηκεύουν τους σπόρους στις φωλιές τους έτσι ώστε να μην χαλάσουν την εποχή των βροχών. Γνωρίζει ότι ορισμένα έντομα αντιδρούν στο φως και χρησιμοποιεί αυτή την πληροφορία για να προτείνει έναν έξυπνο τρόπο να απαλλαγεί κανείς από τα κουνούπια και τις μύγες ενός δωματίου.

Η εκπληκτική ποικιλία του περιεχομένου του έχει, στην πραγματικότητα, πάντα αποθαρρύνει τους μεταφραστές και τους μεταγενέστερους φυσιοδίφες. Ο αλ-Νταμίρι, που έζησε τον 14ο αιώνα και έγραψε μια γνωστή εγκυκλοπαίδεια με τίτλο «Οι ζωές των ζώων», χρησιμοποίησε πολλές από τις επιστημονικές και γλωσσικές πληροφορίες του αλ-Τζάχιζ, αλλά παρέλειψε τα ανέκδοτα, την ποίηση, τις παρεκβάσεις και τα αστεία. Η μεγαλύτερη προσφορά του αλ-Τζάχιζ ήταν ίσως η εκλαΐκευση της επιστήμης και της ορθολογικής μεθόδου, και η απόδειξη ότι ένας άνθρωπος των γραμμάτων μπορούσε να ασχοληθεί με οποιοδήποτε θέμα.

Ευσεβής μουσουλμάνος, ο αλ-Τζάχιζ θεωρούσε τον φυσικό κόσμο ορατό σημάδι της βούλησης του Θεού. Σκοπός του με το «Βιβλίο των ζώων» δεν ήταν απλώς να ψυχαγωγήσει, αλλά να οδηγήσει τους αναγνώστες του να εκτιμήσουν τα θαύματα της δημιουργίας του Θεού, που πίστευε ότι φανερώνονται εξίσου στα πιο ασήμαντα όσο και στα πιο μεγαλειώδη:

Θέλω να ξέρεις ότι ένα βότσαλο αποδεικνύει την ύπαρξη του Θεού όσο και ένα βουνό, και το ανθρώπινο σώμα είναι απόδειξη εξίσου ισχυρή με το σύμπαν που περιέχει τον κόσμο μας: γι’ αυτόν τον σκοπό το μικρό και το ασήμαντο έχει το ίδιο βάρος με το μεγάλο και το απέραντο.

Δυστυχώς, λίγα έργα του αλ-Τζάχιζ άντεξαν στις περιπέτειες του χρόνου, αλλά όσα σώθηκαν μας κάνουν να λυπούμαστε ακόμη περισσότερο για όσα χάθηκαν. Μαζί δίνουν ένα πιστό και ζωντανό πορτρέτο της Βαγδάτης και της Βασόρας κατά τη Χρυσή Εποχή του Ισλάμ. Γράφει για τραγουδίστριες, περιπλανώμενους, λόγιους, θεολόγους, χαλίφες και βεζίρηδες, και από τα έργα του θα μπορούσε να αντληθεί μια πολύ λεπτομερής εικόνα της καθημερινής ζωής στο Ιράκ του 9ου αιώνα. Το σημαντικότερο είναι ότι μας μεταδίδει τον ενθουσιασμό ενός ευφυούς μη ειδικού μπροστά σε ριζοσπαστικές επιστημονικές, φιλοσοφικές και θεολογικές αναζητήσεις. Η Βαγδάτη και η Βασόρα έβραζαν από ιδέες, και ο αλ-Τζάχιζ γράφει πολύ αστεία για την επιτήδευση όσων γέμιζαν τη συζήτησή τους με τεχνικούς όρους όπως «άτομο», χωρίς να καταλαβαίνουν καθόλου τι ήταν το άτομο.

Ταυτόχρονα, ο αλ-Τζάχιζ υποστήριζε με ενθουσιασμό ορισμένες πλευρές της ελληνικής παράδοσης, με την οποία εννοούσε κυρίως τον Αριστοτέλη. Πίστευε στην επιστημονική μέθοδο —όπως την αντιλαμβάνονταν τότε— και εφάρμοζε τον ορθό λόγο και τη λογική στα φαινόμενα που παρατηρούσε. Επειδή όμως αγαπούσε τις καλές ιστορίες, ο αλ-Τζάχιζ δεν μπορούσε ποτέ να αντισταθεί στο να μεταφέρει τις πιο εξωφρενικές διηγήσεις ναυτικών και Βεδουίνων.

Αυτή η έλλειψη λογικού σχεδίου, τόσο χαρακτηριστική στα έργα του, μπορεί να ήταν τουλάχιστον εν μέρει σκόπιμη, αφού ο μεγαλύτερος φόβος του ήταν να κουράσει τους αναγνώστες του. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ήταν ποτέ σοβαρός, αλλά ότι σε όλα τα σημαντικά έργα του η σοβαρότητα και το χιούμορ είναι άρρηκτα δεμένα· μερικές φορές είναι δύσκολο να καταλάβεις πότε αστειεύεται και πότε όχι. Είναι επίσης δύσκολο να προσδιορίσεις τη θέση του αλ-Τζάχιζ σε ένα θέμα, γιατί του άρεσε να παρουσιάζει αντιπαραθέσεις ανάμεσα σε δύο πλευρές —λόγιους και εμπόρους, μουλάρια και άλογα, για παράδειγμα— όπου τα πλεονεκτήματα της καθεμιάς παρελαύνουν μπροστά στον αναγνώστη. Τι πίστευε ο ίδιος ο συγγραφέας συχνά δεν είναι φανερό, και είναι πιθανό σε αυτούς τους διαλόγους να ενδιαφερόταν κυρίως να δείξει την ικανότητά του να υποστηρίζει και τις δύο πλευρές ενός ζητήματος.

Αγαπούσε πολύ τα βιβλία, και το «Βιβλίο των ζώων» αρχίζει με ένα μακρύ εγκώμιό τους. Θα τον λυπούσε που χάθηκαν τόσα από τα δικά του, αλλά θα χαιρόταν, θα έλεγε κανείς, με το χειρόγραφο από το οποίο προέρχονται οι εικόνες που κοσμούν αυτό το άρθρο.

Το χειρόγραφο αυτό, που χρονολογείται από τον 14ο αιώνα, ανακαλύφθηκε στην Αμβροσιανή Βιβλιοθήκη του Μιλάνου το 1939 από τον Σουηδό μελετητή Oscar Löfgren.
Το χειρόγραφο της Αμβροσιανής είναι πολύ σημαντικό για το κείμενο. Είναι φανερά έργο ενός μορφωμένου γραφέα, που έχει σημειώσει τα φωνήεντα —που συνήθως δεν γράφονται στα αραβικά— και έτσι το κείμενο γίνεται κατανοητό με μεγαλύτερη ακρίβεια από ό,τι πριν. Αυτό είναι διπλά σημαντικό, αφού σώζονται λίγα χειρόγραφα του «Βιβλίου των ζώων» και το χειρόγραφο της Αμβροσιανής είναι από τα αρχαιότερα από όσα σώζονται.

Ακόμη πιο σημαντικές από το κείμενο, ωστόσο, είναι οι εξαιρετικές μικρογραφίες που το εικονογραφούν. Τα εικονογραφημένα αραβικά χειρόγραφα κάθε είδους είναι εξαιρετικά σπάνια, και αυτό είναι το μοναδικό εικονογραφημένο αντίγραφο έργου του αλ-Τζάχιζ που υπάρχει. Οι 30 μικρογραφίες, φιλοτεχνημένες σε σκόπιμα αρχαΐζον ύφος —ίσως κατά μίμηση ενός παλαιότερου εικονογραφημένου χειρογράφου από το Ιράκ, την πατρίδα του αλ-Τζάχιζ— έγιναν στο απόγειο της αραβικής τέχνης της εικονογράφησης χειρογράφων: στην Αίγυπτο των Μαμελούκων του 14ου αιώνα. Το ύφος των μικρογραφιών, συνειδητά παλαιομοδίτικο, καταφέρνει να αποδώσει τη διάθεση της πρόζας του αλ-Τζάχιζ: είναι ζωντανές, πολύχρωμες και διακριτικά χιουμοριστικές. Δεν μπορεί κανείς να μη σκεφτεί ότι θα άρεσαν στον αλ-Τζάχιζ, ιδίως αν αναλογιστεί τον θαυμασμό του για τις εικαστικές τέχνες των Βυζαντινών και των Κινέζων, που αναφέρει στο «Βιβλίο των ζώων».

Ο αλ-Τζάχιζ επέστρεψε στη Βασόρα, όπου πέθανε τον Ιανουάριο του 869. Η ακριβής αιτία του θανάτου του δεν είναι σαφής, αλλά μια διαδεδομένη εκδοχή θέλει τον αλ-Τζάχιζ να πεθαίνει στην ιδιωτική του βιβλιοθήκη, όταν έπεσε πάνω του μία από τις πολλές μεγάλες στοίβες βιβλίων και τον σκότωσε ακαριαία.