Μία από τις αρχαιότερες μορφές εμπορίου είναι το εμπόριο των μπαχαρικών, που έπαιξε σημαντικό πολιτικό, ιστορικό και πολιτισμικό ρόλο στο πέρασμα των αιώνων. Όλα ξεκίνησαν με τις μεγάλες εξερευνήσεις στην Ανατολή. Έμποροι, ναυτικοί, εξερευνητές και ταξιδιώτες έφερναν εξωτικά μπαχαρικά στη Δύση μέσα από τους παλιούς δρόμους των καραβανιών, από την Άπω Ανατολή και την Ασία ως την Ευρώπη. Η απόσταση που χώριζε τη Γηραιά Ήπειρο από τις χώρες προέλευσής τους έκανε τα μπαχαρικά ιδιαίτερα πολύτιμα, σε σημείο που η αξία κάποιων από αυτά πλησίαζε εκείνη του χρυσού.
Στον δρόμο του εμπορίου των μπαχαρικών αναπτύχθηκαν πόλεις και λιμάνια, και άνθρωποι, θρησκείες και πολιτισμοί συναντήθηκαν και αναμείχθηκαν.
Η απέραντη Αραβία υπήρξε για αιώνες μεγάλο κέντρο του εμπορίου μπαχαρικών. Οι Άραβες έμποροι απέκρυπταν σκόπιμα την προέλευση των μπαχαρικών και τον τρόπο παραγωγής τους. Την εποχή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου έγινε διεθνές κέντρο εμπορίου μπαχαρικών· δεχόταν προϊόντα από την Ινδία, που στη συνέχεια μεταφέρονταν στα λιμάνια της Ελλάδας και της Ευρώπης. Γύρω στον 10ο αιώνα, η Βενετία έγινε εξίσου σημαντικό κέντρο εμπορίου για τα αγαθά της Ανατολής.

Στα τέλη του 15ου αιώνα, οι Ευρωπαίοι προσπάθησαν να σπάσουν το βενετικό μονοπώλιο και να ανοίξουν νέους δρόμους προς τις χώρες που παρήγαν μπαχαρικά. Τότε οι Πορτογάλοι θαλασσοπόροι κατάφεραν να μεταφέρουν μπαχαρικά από την Ινδία, περνώντας το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας και κάνοντας τον γύρο της Αφρικής.
Η επιθυμία των Ευρωπαίων να βρουν έναν διαφορετικό δρόμο προς τα μπαχαρικά, παρακάμπτοντας τις μουσουλμανικές χώρες, έδωσε ισχυρή ώθηση με απρόσμενα αποτελέσματα: οδήγησε στην ανακάλυψη νέων, άγνωστων ως τότε εδαφών και ηπείρων, όπως η Αμερική.
Στην Ευρώπη τα μπαχαρικά έγιναν γρήγορα είδη πολυτελείας, σύμβολα κύρους, καλού γούστου, πλούτου και επιτυχίας. Τα περισσότερα θεωρούνταν σπάνια, με μυστηριώδη προέλευση. Θεωρούνταν μάλιστα μαγικά και ιερά, και χρησιμοποιούνταν ως φάρμακα για την πρόληψη ασθενειών σε μια κοινωνία που μαστιζόταν από επιδημίες. Έγιναν σύμβολα αριστοκρατικής κομψότητας και υψηλής κοινωνικής θέσης, μαζί με τους τίτλους και τα μεταξωτά ενδύματα των ευγενών.
Η ζήτηση για μπαχαρικά άρχισε να μειώνεται τον 19ο αιώνα, καθώς άλλα προϊόντα, όπως το κακάο, ο καφές και η ζάχαρη, απέκτησαν σημαντική θέση στη διατροφή των εύπορων Ευρωπαίων. Τα μπαχαρικά βγήκαν από τη μόδα. Οι πατάτες, το ρύζι και οι ντομάτες πέρασαν στο προσκήνιο της μαγειρικής. Προς το τέλος του 20ού αιώνα, όταν επικράτησε η νοσταλγία για τις έντονες γεύσεις που μάγευαν τις αισθήσεις, τα μπαχαρικά επέστρεψαν στα σπίτια.

Το μαύρο πιπέρι είναι το πιο δημοφιλές, κοινό, γνωστό και διαδεδομένο μπαχαρικό. Προέρχεται από τους καρπούς του πιπεριού, που αποξηραίνονται όσο είναι ακόμη πράσινοι. Έχει έντονη πικάντικη και καυτερή γεύση και ταιριάζει σχεδόν με όλα τα φαγητά, κυρίως με βαριές σάλτσες, όπως με ντομάτα ή κρασί, με κόκκινα κρέατα και με γλυκά.
Αναφορές σε αυτό υπάρχουν σε αρχαία ινδικά κείμενα, ενώ στην Αίγυπτο χρησιμοποιούνταν στις μουμιοποιήσεις. Τα ρουθούνια νεκρών ηγεμόνων και ευγενών γέμιζαν με κόκκους πιπεριού. Στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, εμπορικά πλοία ταξίδευαν ως την Ινδία για να αγοράσουν πιπέρι με αντάλλαγμα χρυσό.
Κανέλα λέγεται το μπαχαρικό, αλλά και το φυτό από τον φλοιό του οποίου παράγεται. Η κανέλα κατάγεται από την Κεϊλάνη (Σρι Λάνκα). Έχει λεπτό άρωμα και γλυκιά γεύση. Σε ξύλο και σε σκόνη χρησιμοποιείται σε γλυκά, κρέατα και λικέρ. Στην Ανατολή χρησιμοποιείται και στον καφέ. Στην αρχαιότητα τη χρησιμοποιούσαν σε τελετές καθαγιασμού, όπου την έκαιγαν για να διαχυθεί το ιδιαίτερο άρωμά της, αλλά και στην ταρίχευση.
Το γαρίφαλο προέρχεται από τα αποξηραμένα μπουμπούκια του δέντρου της γαριφαλιάς. Η γεύση του είναι έντονη και χαρακτηριστικά δριμεία, ενώ το άρωμά του είναι ευχάριστο και εξίσου διαπεραστικό. Χρησιμοποιείται ευρέως στην ανατολίτικη και τη μεσογειακή κουζίνα για να αρωματίζει τα κρέατα. Χρησιμοποιείται επίσης στη ζαχαροπλαστική, στην αρτοποιία, στην απόσταξη και στον αρωματισμό λικέρ. Επί χρόνια το χρησιμοποιούσαν χειρουργοί και μαιευτήρες για τις αντισηπτικές, απολυμαντικές και αναλγητικές του ιδιότητες.

Ο κρόκος (ζαφορά) προέρχεται από τα στίγματα του άνθους του κρόκου. Έχει έντονη γεύση και άρωμα και ταιριάζει ιδιαίτερα με ουδέτερες γεύσεις, όπως το ρύζι, οι πατάτες, τα ζυμαρικά, το κοτόπουλο και τα θαλασσινά.
Πολύτιμο μπαχαρικό των αρχαίων πολιτισμών, εκτιμούνταν ιδιαίτερα για το άρωμα, το χρώμα και τις φαρμακευτικές του ιδιότητες. Η λέξη ζαφορά (saffron) προέρχεται από την αραβική λέξη «ζαφαράν» (zafaran), που σημαίνει «κίτρινο». Το φυτό ταξίδεψε πριν από χιλιάδες χρόνια από την Ανατολή και την Αίγυπτο ως τις Κυκλάδες και την Κρήτη. Ήταν είδος πολυτελείας στην Περσία και πολύτιμο εμπόρευμα στις χώρες της Ασίας. Το κίτρινο χρώμα του χρησιμοποιούνταν για τη βαφή υφασμάτων και ινών για ενδύματα, καθώς και χαλιών.
Το μοσχοκάρυδο προέρχεται από τους σπόρους του δέντρου της μοσχοκαρυδιάς. Κατάγεται από την Ινδονησία και την Ινδία. Ξεχωρίζει για το δυνατό, διαπεραστικό άρωμα και την έντονη, σχεδόν γλυκιά γεύση του. Χρησιμοποιείται στην αρτοποιία, στη μαγειρική, στον αρωματισμό κρεάτων, σε διάφορες σάλτσες και λικέρ. Με σύνθλιψη δίνει ένα λάδι που ονομάζεται βούτυρο μοσχοκάρυδου. Έχει χρήσεις στη φαρμακευτική, στη σαπωνοποιία και στην αρωματοποιία.
Στην αρχαιότητα χρησιμοποιούνταν ως θυμίαμα. Ως τα μέσα του 19ου αιώνα, τα νησιά Μπάντα ήταν η μόνη πηγή μοσχοκάρυδου στον κόσμο. Ήταν γνωστό ως ακριβό εμπόρευμα που διακινούσαν μουσουλμάνοι ναυτικοί από το λιμάνι της Βασόρας, όπως ο μυθικός ήρωας Σεβάχ ο θαλασσινός στις Χίλιες και μία νύχτες. Τον Μεσαίωνα το μοσχοκάρυδο το εμπορεύονταν οι Άραβες και το πουλούσαν στους Βενετούς σε υψηλή τιμή. Οι έμποροι δεν αποκάλυπταν την ακριβή τοποθεσία της πηγής του στο επικερδές εμπόριο του Ινδικού Ωκεανού, και κανένας Ευρωπαίος δεν μπορούσε να μάθει τον τόπο προέλευσής του. Στη συνέχεια, Πορτογάλοι, Ολλανδοί και Άγγλοι κατακτητές έλεγξαν διαδοχικά το εμπόριο του μοσχοκάρυδου από τα νησιά της Ινδονησίας.
Το κύμινο είναι οι αποξηραμένοι σπόροι του ομώνυμου φυτού, που κατάγεται από την Ινδία, σήμερα είναι αυτοφυές στην ανατολική Μεσόγειο και καλλιεργείται επίσης στη Νότια Αφρική, στις χώρες της Μέσης Ανατολής και στο Μεξικό. Υπάρχει λευκό και μαύρο κύμινο. Το μαύρο ή άγριο κύμινο καλλιεργείται στο Πακιστάν, στο Ιράν και στην Τουρκία και έχει πιο γλυκιά γεύση και μικρότερους σπόρους. Είναι βασικό συστατικό του κάρι και χρησιμοποιείται και σε αφεψήματα.
Στον αρχαίο αιγυπτιακό πολιτισμό, το κύμινο χρησιμοποιούνταν τόσο ως καρύκευμα όσο και ως συντηρητικό στην ταρίχευση. Το κύμινο ήταν σημαντικό μπαχαρικό στην αρχαία Κρήτη. Ιδεογράμματα για το κύμινο εμφανίζονται σε πινακίδες της Γραμμικής Β που βρέθηκαν στις αποθήκες των μινωικών ανακτόρων.