Το παιχνίδι των βασιλιάδων

18 Σεπτεμβρίου 2022

Η ιστορία του σκακιού χάνεται στα βάθη των αιώνων και στα πέρατα της Ασίας. Πριν από χιλιάδες χρόνια, το παιχνίδι ξεπέρασε τα όρια της γλώσσας, της θρησκείας, των πολιτισμών, των εθνοτήτων και των τάξεων και κατάφερε να κατακτήσει όλο τον κόσμο.

Χειρόγραφο του 15ου-16ου αιώνα του «Ντιβάν-ε Σαμς-ε Ταμπριζί», που απεικονίζει τον Σαμς Ταμπριζί να παίζει σκάκι με έναν νεαρό Πέρση πρίγκιπα.

Οι κανόνες και οι κινήσεις του σκακιού είναι, άλλωστε, τόσο απλοί που μπορεί να τους μάθει οποιοσδήποτε μαθητής. Όλοι όμως μαθαίνουν γρήγορα ότι η απλή γνώση των κινήσεων του αξιωματικού ή της βασίλισσας δεν οδηγεί στη νίκη. Το παιχνίδι περιλαμβάνει διαφυγές, αντιπερισπασμούς και θυσίες. Υπάρχει ένα πάρε-δώσε δυνατοτήτων και χώρος για δημιουργικές, απρόσμενες και έξυπνες κινήσεις. Κάθε κίνηση οδηγεί σε ένα διαφορετικό πλέγμα δυνατοτήτων, με πλεονεκτήματα, προκλήσεις ή κινδύνους.

Φαίνεται ότι το παιχνίδι επινοήθηκε στην Ινδία, αφού η αρχαία ονομασία του, «τσατράνγκ» (chatrang, από το σανσκριτικό τσατουράνγκα, chaturanga: τέσσερα σώματα), περιγράφει τα τέσσερα σώματα ενός πρώιμου ινδικού στρατού: πεζικό, ιππικό, ελέφαντες και άρματα. Ο θρύλος μάλιστα λέει ότι, όταν ο μικρότερος πρίγκιπας της αυτοκρατορίας των Γκούπτα σκοτώθηκε στη μάχη, ο αδελφός του επινόησε το παιχνίδι για να αναπαραστήσει τη σκηνή στην απαρηγόρητη μητέρα τους. Ωστόσο, τα πρώτα αρχαιολογικά ευρήματα που συνδέονται με το παιχνίδι, επτά μικρά σκαλιστά ειδώλια, βρέθηκαν στη Σαμαρκάνδη του Ουζμπεκιστάν.

Το σκάκι διαδόθηκε σε όλη την ασιατική ήπειρο μέσα από τους χερσαίους και θαλάσσιους Δρόμους του Μεταξιού, μαζί με τα μπαχαρικά και τα είδη πολυτελείας, και έφτασε στην Ευρώπη με τις αραβικές κατακτήσεις στα μέσα του 7ου αιώνα. Και ενώ έγινε ιδιαίτερα δημοφιλές στις αυλές των Αββασιδών χαλιφών της Βαγδάτης και των Κινέζων αυτοκρατόρων της δυναστείας Τανγκ, δεν ήταν πάντα και παντού ευπρόσδεκτο. Η Ανατολική Εκκλησία στην Κωνσταντινούπολη καταδίκασε το σκάκι ως μορφή τυχερού παιχνιδιού το 680 και ο ηγεμόνας της Αιγύπτου αλ-Χακίμ διέταξε το 1005 να καούν όλα τα σκάκια.

Χριστιανός και μουσουλμάνος παίζουν σκάκι (12ος-14ος αιώνας), από το βιβλίο του Claude Lebedel «Les Croisades: Origines et conséquences»

Οι ίδιοι οι χαλίφες ήταν φανατικοί παίκτες. Λέγεται ότι ο χαλίφης Χαρούν αλ-Ρασίντ έπαιζε σκάκι δι’ αλληλογραφίας με τον βυζαντινό αυτοκράτορα Νικηφόρο γύρω στο 800, αλλά ότι οι δύο απομακρύνθηκαν —και έφτασαν μάλιστα σε πραγματικό πόλεμο— όταν ξέσπασε μια διαφωνία για το παιχνίδι. Ο γιος και διάδοχος του Χαρούν, ο αλ-Αμίν (πέθανε το 813), πρωταγωνιστεί σε μια ιστορία που έλεγαν: σε μια κρίσιμη στιγμή της πολιορκίας της Βαγδάτης από δυνάμεις πιστές στον ετεροθαλή αδελφό του αλ-Μαμούν, ο αλ-Αμίν έλαβε ένα μήνυμα την ώρα που έπαιζε σκάκι. Η άλωση της Βαγδάτης ήταν επικείμενη, είπε ο αγγελιαφόρος, και τον συμβούλεψε ότι δεν ήταν ώρα για σκάκι αλλά για την άμυνα της πόλης. Ο αλ-Αμίν είπε στον αγγελιαφόρο να κάνει υπομονή. Του έμεναν λίγες μόνο κινήσεις για να επικρατήσει του αντιπάλου του. Δεν είναι γνωστό πώς τελείωσε η παρτίδα, αλλά ο αλ-Αμίν ηττήθηκε και πλήρωσε την προσήλωσή του με τη ζωή του.

Τον 10ο και τον 11ο αιώνα, το σκάκι διαδόθηκε από τη Μέση Ανατολή στη Ρωσία και τη Σκανδιναβία μέσα από το εμπόριο του ποταμού Βόλγα. Τα αρχαιότερα σκάκια που έχουν βρει οι αρχαιολόγοι σε ευρωπαϊκό έδαφος προέρχονται από τη Σκανδιναβία. Λίγο αργότερα, το σκάκι έφτασε στην Ιταλία, σε μια εποχή με πολλές επαφές και συγκρούσεις ανάμεσα σε μουσουλμάνους, Βυζαντινούς και τους Νορμανδούς εισβολείς.

Κατά τον Μεσαίωνα στην Ευρώπη, το σκάκι παιζόταν περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη εποχή, πριν ή μετά. Στις ανώτερες τάξεις, το παιχνίδι ήταν ένα είδος μανίας: από κάθε καλλιεργημένο άνδρα ή γυναίκα αναμενόταν να γνωρίζει τους κανόνες του. Βασιλιάδες και ευγενείς έπαιζαν στις αυλές τους, έμποροι στις επιχειρήσεις τους. Το ίδιο και οι ανώτεροι κληρικοί. Το σκάκι μπήκε και στην τέχνη της εποχής, σε ψηφιδωτά δάπεδα, βιτρό και χειρόγραφα της Αναγέννησης. Στις αρχές του 15ου αιώνα, το σκάκι ήταν παντού στην Ευρώπη και την Ασία.

Καθώς το σκάκι ρίζωνε σε νέους τόπους, οι γενικοί κανόνες έμεναν σχεδόν ίδιοι, αλλά η μορφή των πεσσών άλλαζε με πολλούς τρόπους. Στους νομάδες της Κεντρικής Ασίας, η καμήλα αντικατέστησε τον ελέφαντα. Στους Θιβετιανούς, το λιοντάρι αντικατέστησε τον βασιλιά και η τίγρη τον βεζίρη. Στην Ευρώπη, η βασίλισσα αντικατέστησε τον βεζίρη και ο αξιωματικός τον ελέφαντα. Παράλληλα, ο περσικός όρος σαχ (shah) για τον βασιλιά πέρασε σε διάφορες γλώσσες ως όνομα του ίδιου του παιχνιδιού: το ιταλικό scacchi, το ολλανδικό schaakspel, το γερμανικό Schachspiel, το ελληνικό σκάκι και το αγγλικό chess.

Σήμερα, η πραγματική κληρονομιά του παιχνιδιού που πάντα ξεπερνούσε τα σύνορα φαίνεται στο διαδίκτυο. Οποιαδήποτε ώρα της μέρας ή της νύχτας, μπορεί κανείς να παίξει με εκατοντάδες αντιπάλους που περιμένουν, χωρίς κανένας να γνωρίζει το όνομα, τη θρησκεία, την ηλικία, το φύλο, το επάγγελμα ή τη θέση του αντιπάλου του στον κόσμο. Κι όμως, ο πόθος της αναμέτρησης, η προσπάθεια να καταλάβεις την ψυχολογία του αντιπάλου, να ξεφύγεις από αντιπερισπασμούς και τεχνάσματα, μένουν τόσο ζωντανά και δίνουν την ίδια ικανοποίηση όπως τότε που έμποροι και στρατιώτες πρωτοπήραν το παιχνίδι μακριά από τη γενέτειρά του, κάπου στην Ινδία ή τη Νότια Ασία, πριν από περίπου 14 αιώνες.