Ροδιά

Επιστημονική ονομασία: Punica granatum
Οικογένεια: Punicaceae
Περίοδος ανθοφορίας: Μάιος – Ιούλιος

Περιγραφή

Η ροδιά είναι μικρό δέντρο, που δεν ξεπερνά τα 5 μέτρα, και μερικές φορές φυλλοβόλος, ακανθώδης θάμνος ύψους 1-1,5 μέτρου. Τα φύλλα της είναι οβάλ και γυαλιστερά πράσινα. Τα άνθη της είναι μεγάλα και κόκκινα. Οι ροδιές απαντούν σε διάφορες μορφές, με κυριότερες εκείνες με ξινούς και εκείνες με γλυκούς καρπούς. Είναι ανθεκτικό δέντρο, που σπάνια προσβάλλεται από εχθρούς.

Ο καρπός της, το ρόδι, αποτελείται από τη φλούδα, τον χυμό και πολλά μικρά σπέρματα. Ο καρπός είναι μεγάλος και σφαιρικός, και η εξαιρετικά σκληρή φλούδα του, όταν ωριμάσει, είναι κόκκινη. Μέσα σε κάθε ρόδι υπάρχουν περισσότερα από 600 μικρά σπέρματα με γλυκιά ή ξινή γεύση και μερικές φορές ελαφριά στυφάδα. Οι καρποί ωριμάζουν το φθινόπωρο και συλλέγονται πριν αρχίσουν οι βροχές.

Χρήσεις & ιστορία

Η εξημέρωση και η καλλιέργεια της ροδιάς ξεκίνησαν ταυτόχρονα σε διάφορες περιοχές τόσο της Εύφορης Ημισελήνου της Ανατολής όσο και της νοτιοανατολικής Ευρώπης. Σε διάφορους πολιτισμούς, από την αρχαιότητα, απέκτησε συμβολική διάσταση, που σχετίζεται και με τις θεραπευτικές ιδιότητες του χυμού της.

Το εβραϊκό όνομα του ροδιού (rimmon) και το αραβικό (rumman) προέρχονται από τις λέξεις «καρπός του παραδείσου», φανερώνοντας τη μεγάλη εκτίμηση των ανθρώπων για αυτόν τον καρπό. Στο Ισλάμ η κατανάλωσή του θεωρείται ότι απαλλάσσει τους πιστούς από τα πάθη της ανθρώπινης φύσης.

Το ρόδι συμβολίζει τη γονιμότητα και την αφθονία. Στην Ελλάδα, από την αρχαιότητα έως σήμερα, το σπάσιμο ενός ροδιού σε ένα νεόκτιστο σπίτι εξασφαλίζει καλή τύχη και γονιμότητα. Σύμφωνα με τη μυθολογία, μετά την αρπαγή της κόρης της, της Περσεφόνης, από τον Πλούτωνα, θεό του Κάτω Κόσμου, η θεά της γονιμότητας και της ευφορίας Δήμητρα έχασε από τη θλίψη της όλες τις δυνάμεις της. Ο Πλούτωνας, βλέποντας την αγαπημένη του Περσεφόνη σε απόγνωση, της έδωσε να φάει ένα ρόδι. Η θεά ανέκτησε τη γονιμότητά της και μοίρασε την ευφορία της, μένοντας τον μισό χρόνο στον κόσμο των ζωντανών (άνοιξη) και τον άλλο μισό στον Κάτω Κόσμο (χειμώνας).