Βυσσινιά
Επιστημονική ονομασία: Prunus cerasus
Οικογένεια: Rosaceae
Περίοδος ανθοφορίας: Μάρτιος
Περιγραφή
Η βυσσινιά κατάγεται από την Ευρώπη και τη νοτιοδυτική Ασία. Μοιάζει με την κερασιά, όμως ο καρπός της είναι πιο όξινος και το δέντρο μικρότερο, με ύψος από 4 έως 10 μέτρα. Ο φλοιός του δέντρου είναι κοκκινοκαφέ και γυαλιστερός, με οριζόντιες λωρίδες που ξεφλουδίζουν. Τα κλαδιά απλώνονται προς τα πάνω και έχουν λεία κλαδάκια. Οι σκουροκόκκινοι καρποί της, τα βύσσινα, έχουν μικρότερους μίσχους. Υπάρχουν δύο κύριες ποικιλίες βυσσινιάς: η σκουροκόκκινη Morello και η πιο ανοιχτόχρωμη Amarelle. Τα δέντρα προτιμούν πλούσιο, καλά στραγγιζόμενο και υγρό έδαφος. Οι καρποί προσβάλλονται λιγότερο από εχθρούς και ασθένειες σε σχέση με τα κεράσια, είναι όμως ευάλωτοι στα πουλιά.
Χρήσεις & ιστορία
Τα βύσσινα χρησιμοποιούνται στη ζαχαροπλαστική, συχνά αποξηραμένα. Τα αποξηραμένα βύσσινα θεωρούνται υπερτροφή, ενώ το σιρόπι βύσσινου χρησιμοποιείται σε λικέρ και ποτά. Στο Ιράν, την Τουρκία, την Ελλάδα και την Κύπρο τα βύσσινα είναι ιδιαίτερα πολύτιμα για την παρασκευή γλυκού του κουταλιού, με βράσιμο των καρπών και προσθήκη ζάχαρης.
Τα «βύσσινα», που προέρχονταν από επιλογή άγριων φυτών από την περιοχή της Κασπίας και της Μαύρης Θάλασσας, ήταν γνωστά στους Έλληνες από το 300 π.Χ. Ήταν επίσης εξαιρετικά δημοφιλή στους Πέρσες και τους Ρωμαίους, οι οποίοι τα έφεραν στη Βρετανία πριν από τον 1ο αιώνα μ.Χ. Τα βύσσινα παραμένουν αρκετά δημοφιλή στο Ιράν και στην Αγγλία, όπου η καλλιέργειά τους διαδόθηκε τον 16ο αιώνα, την εποχή του Ερρίκου Η΄.

